αγαπιέμαι


αγαπιέμαι
αγαπιέμαι, αγαπήθηκα, αγαπημένος βλ. πίν. 59

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κρυφαγαπιέμαι — αγαπιέμαι με κάποιον κρυφά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Paratatikos — (griechisch παρατατικός) ist die Bezeichnung für eine Form der grammatischen Vergangenheit (siehe auch Präteritum) bei der Bildung griechischer Verbformen. Die Begriffe Präteritum und Paratatikos sind jedoch nicht deckungsgleich, da im… …   Deutsch Wikipedia

  • αγαπώ — ( άω) (Α ἀγαπῶ) 1. αισθάνομαι στοργή, συμπάθεια ή φιλία για κάποιον 2. επιθυμώ, μού αρέσει κάτι 3. αγαπώ ερωτικά, ερωτεύομαι νεοελλ. 1. νιώθω ευχαρίστηση με κάτι, έχω κλίση σ’ αυτό 2. μέσ. αγαπιέμαι γίνομαι αξιαγάπητος αρχ. 1. εκλιπαρώ, ικετεύω,… …   Dictionary of Greek

  • αλληλαγαπιέμαι — και αλληλο αγαπιέμαι αμοιβαία με άλλον ή άλλους. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλληλ(ο) * + αγαπώ* ( ιέ μαι)] …   Dictionary of Greek

  • ευνοώ — (Α εὐνοῶ, έω) [εύνους] δείχνω σε κάποιον την εύνοιά μου, τη φιλική μου διάθεση, είμαι διατεθειμένος ευνοϊκά απέναντι σε κάποιον, τόν συμπαθώ (α. «οὐκ εὐνοέει τοῑς ἐμοῑσι πρήγμασι», Ηρόδ. β. «τόν ευνόησε η τύχη») νεοελλ. 1. συμβάλλω στην επιτυχία… …   Dictionary of Greek

  • καυχιέμαι — και καυχώμαι και καυκιέμαι και καυκιούμαι και καυκούμαι (ΑΜ καυχῶμαι, άομαι, Α δωρ. τ. καυχέομαι) μιλώ με υπερηφάνεια για τον εαυτό μου, μεγαλαυχώ, κομπάζω, παινεύομαι (α. «τού αρέσει να καυχιέται για τα κατορθώματά του» β. «διὰ τὸ καυχήσασθαι… …   Dictionary of Greek

  • αμφισβητούμαι — αμφισβητούμαι, αμφισβητήθηκα, αμφισβητημένος βλ. πίν. 74 Σημειώσεις: αμφισβητούμαι : στον απλό προφορικό λόγο συνηθίζεται και η κλίση του ρ. σε ιέμαι, κυρίως στον παρατατικό (αμφισβητιόμουνα), κατά το αγαπιέμαι (βλ. πίν. 59 ). Συχνά… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναζητώ — αναζητώ, αναζήτησα βλ. πίν. 73 και πρβλ. αναζητάω Σημειώσεις: αναζητώ : η κλίση κατά το θεωρώ είναι σπάνια και χαρακτηρίζει κυρίως επίσημο ύφος λόγου. Αντίθετα, στην παθητική φωνή επικρατεί η κλίση κατά το θεωρούμαι, με σπάνια την κλίση κατά το… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναζωογονούμαι — αναζωογονούμαι, αναζωογονήθηκα, αναζωογονημένος βλ. πίν. 74 Σημειώσεις: αναζωογονούμαι : στον απλό προφορικό λόγο συνηθίζεται και η κλίση του ρ. σε ιέμαι, κυρίως στον παρατατικό (αναζωογονιόμουνα), κατά το αγαπιέμαι (βλ. πίν. 59 ) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ανασυγκροτούμαι — ανασυγκροτούμαι, ανασυγκροτήθηκα, ανασυγκροτημένος βλ. πίν. 74 Σημειώσεις: ανασυγκροτούμαι : στον απλό προφορικό λόγο συνηθίζεται και η κλίση του παρατατικού σε ιόμουνα (ανασυγκροτιόμουνα) κατά το αγαπιέμαι (βλ. πίν. 59 ) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής